- ἀλγεσίδωρος
- ἀλγεσί-δωρος, Schmerz bringend
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
αλγεσίδωρος — ἀλγεσίδωρος, ον (Α) αυτός που προκαλεί άλγος, πόνο, ψυχική οδύνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀλγεσι (< ἄλγος) + δωρος (< δῶρον)] … Dictionary of Greek
ἀλγεσίδωρος — bringing pain masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀλγεσίδωρον — ἀλγεσίδωρος bringing pain masc/fem acc sg ἀλγεσίδωρος bringing pain neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)